Μανιότη η Εδώδιμος Σπόροι (Manihot esculenta)

SKU MHS-101-(3-S) Κατηγορία Αρχική
Τιμή: 7,00 €
με ΦΠΑ

Μανιότη η Εδώδιμος Σπόροι (Manihot esculenta)

Τιμή για το πακέτο των 3 σπόρους.

Η Μανιότη η εδώδιμος (Manihot esculenta) (κοινώς ονομάζεται κασάβαμανιόκα, ދަނދިއަލުވި,[2] στις Μαλδίβες το αποκαλούν γιούκα), είναι ξυλώδης θάμνος

Σπόροι σε πακέτο :
Share on

Μανιότη η Εδώδιμος Σπόροι (Manihot esculenta)

Τιμή για το πακέτο των 3 σπόρους.

Η Μανιότη η εδώδιμος (Manihot esculenta) (κοινώς ονομάζεται κασάβαμανιόκα, ދަނދިއަލުވި,[2] στις Μαλδίβες το αποκαλούν γιούκα), είναι ξυλώδης θάμνος που ευδοκιμεί στη Νότια Αμερική από την οικογένεια της γαλατσίδας, τις Ευφορβίδες. Καλλιεργείται ευρέως ως ετήσια καλλιέργεια στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές για την εδώδιμη αμυλούχα κονδυλώδη ρίζα, μια σημαντική πηγή υδατανθράκων. Αν και συχνά αποκαλείται γιούκα, στα Ισπανικά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαφέρει από το γιούκα, έναν άσχετο οπωροφόρο θάμνο στην οικογένεια Ασπαραγοειδή (Asparagaceae). Η μανιόκα, όταν αποξηρανθεί σε εκχύλισμα σκόνης (ή περλέ), ονομάζεται ταπιόκα· η νιφαδοειδής έκδοσή της η οποία έχει υποστεί ζύμωση, ονομάζεται garri.

Η κασάβα είναι η τρίτη μεγαλύτερη πηγή τροφίμων υδατανθράκων στις τροπικές περιοχές, μετά το ρύζι και τον αραβόσιτο.[3][4] Η μανιόκα είναι μια βασική τροφή στον αναπτυσσόμενο κόσμο, παρέχοντας τη βασική διατροφή για πάνω από μισό δισεκατομμύριο ανθρώπους.[5] Είναι μια από τις πιο ανθεκτικές στην ξηρασία φυτικές ποικιλίες, ικανή να αναπτύσσεται σε περιθωριακά εδάφη. Η Νιγηρία είναι η μεγαλύτερη παραγωγός μανιόκα στον κόσμο, ενώ η Ταϊλάνδη είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ξερής μανιόκα.

Η κασάβα ταξινομείται είτε ως γλυκιά είτε ως πικρή. Όπως και άλλες ρίζες και κόνδυλοι, τόσο οι πικρές όσο και οι γλυκές ποικιλίες μανιόκα, περιέχουν αντι-θρεπτικούς παράγοντες και τοξίνες, με τις πικρές ποικιλίες να περιέχουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες.[6] Θα πρέπει να είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι πριν από την κατανάλωση, η ακατάλληλη προετοιμασία της κασάβα μπορεί να αφήσει αρκετά υπολείμματα κυανίου που προκαλούν οξεία δηλητηρίαση από το κυάνιο,[7]βρογχοκήλη, ακόμη και αταξία ή μερική παράλυση.[8] Οι πιο τοξικές ποικιλίες κασάβα είναι εφεδρική πηγή (μια "καλλιέργεια ασφάλειας των τροφίμων") σε περιόδους λιμού σε κάποιες περιοχές.[9] Οι αγρότες συχνά προτιμούν τις πικρές ποικιλίες, επειδή αποτρέπουν τα παράσιτα, τα ζώα και τους κλέφτες.

Περιγραφή

Η ρίζα μανιόκα είναι μακρυά και κωνική, με σταθερή, ομοιογενή σάρκα εγκιβωτισμένη σε μια αποσπώμενη κρούστα, πάχους περίπου 1 χιλ., τραχιά και καφέ στο εξωτερικό. Οι εμπορικές ποικιλίες μπορεί να είναι 5 έως 10 εκ. (2,0 3,9 in) σε διάμετρο στην κορυφή και μήκους περίπου 15 έως 30 εκ. (5,9 στα 11,8 in). Μια ξυλώδης αγγειακή δέσμη, εκτείνεται κατά μήκος της ρίζας του άξονα. Η σάρκα μπορεί να κατάλευκη ή κιτρινωπή. Οι ρίζες της μανιόκα είναι πολύ πλούσιες σε άμυλο και περιέχουν σημαντικές ποσότητες ασβεστίου (50 mg/100g), φωσφόρου (40 mg/100g) και βιταμίνη C (25 mg/100g). Ωστόσο, είναι φτωχές σε πρωτεΐνες και άλλα θρεπτικά συστατικά. Σε αντίθεση, τα φύλλα μανιόκα είναι μια καλή πηγή πρωτεΐνης (πλούσια σε λυσίνη), αλλά ανεπαρκή σε αμινοξύ μεθειονίνη και ενδεχομένως, τρυπτοφάνη.[11]

Λεπτομέρειες του φυτού κασάβα ή μανιόκα.

Μη επεξεργασμένες ρίζες.

Φύλλα.

Λεπτομέρεια φύλλων.

Καθαρισμένοι ανθοφόροι οφθαλμοί.

Σπόροι.

Συνώνυμα

  • Janipha aipi (Pohl) J. Presl
  • Janipha manihot (L.) Kunth
  • Jatropha aipi (Pohl) A. Moller
  • Jatropha diffusa (Pohl) Steud.
  • Jatropha digitiformis (Pohl) Steud.
  • Jatropha dulcis J. F. Gmel.
  • Jatropha flabellifolia (Pohl) Steud.
  • Jatropha glauca A. Rich. παράνομη ονομασία
  • Jatropha janipha Lour. παράνομη ονομασία
  • Jatropha loureiroi (Pohl) Steud.
  • Jatropha manihot L.
  • Jatropha mitis Rottb.
  • Jatropha mitis Sessé & Moc. παράνομη ονομασία
  • Jatropha paniculata Ruiz & Pav. πρώην Pax
  • Jatropha silvestris Vell.
  • Jatropha stipulata Vell.
  • Mandioca aipi (Pohl) Link
  • Mandioca dulcis (J. F. Gmel.) D. Parodi
  • Mandioca utilissima (Pohl) Link
  • Manihot aipi Pohl
  • Manihot aypi Spruce
  • Manihot cannabina Sweet
  • Manihot cassava Cook & Collins ονομασία η οποία δεν είναι έγκυρα δημοσιευμένη
  • Manihot diffusa Pohl
  • Manihot digitiformis Pohl
  • Manihot dulcis (J. F. Gmel.) Pax
  • Manihot dulcis (J. F. Gmel.) Baill.
  • Manihot edule A. Rich.
  • Manihot edulis A. Rich.
  • Manihot flabellifolia Pohl
  • Manihot flexuosa Pax & K. Hoffm.
  • Manihot guyanensis Klotzsch πρώην Pax παράνομη ονομασία
  • Manihot loureiroi Pohl
  • Manihot manihot (L.) H. Karst. ονομασία η οποία δεν είναι έγκυρα δημοσιευμένη
  • Manihot melanobasis Müll. Arg.
  • Manihot sprucei Pax
  • Mανιότη η χρησιμωτάτη (Manihot utilissimaPohl[12]

Ιστορία

Η γιούκα στην κουλτούρα των Moche, 100 μ.Χ., Συλλογή Μουσείου Larco.

Άγριοι πληθυσμοί της Μ. η εδώδιμος (M. esculenta) υποείδος flabellifolia, φαίνεται να είναι ο πρόγονος των εξημερωμένων μανιόκα, επικεντρώνονται στη δυτική-κεντρική Βραζιλία, όπου ήταν πιθανό να πρωτο-εξημερώθηκε περισσότερα από 10.000 χρόνια πριν.[13] Μορφές των συγχρόνων εξημερωμένων ειδών μπορούν επίσης να βρεθούν στη φύση, στη νότια Βραζιλία. Κατά το 4600 π.Χ., γύρη μανιόκα εμφανίζεται στα πεδινά του Κόλπου του Μεξικού, στον αρχαιολογικό χώρο του San Andrés.[14] Η παλαιότερη άμεση απόδειξη της καλλιέργειας μανιόκα, προέρχεται από την Joya de Cerén, στο Ελ Σαλβαδόρ, τοποθεσία των Μάγια ηλικίας 1.400 ετών.[15] Με την υψηλή τροφική δυναμική, είχε γίνει βασική τροφή των ιθαγενών πληθυσμών της βόρειας Νότιας Αμερικής, της νότιας Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής από την εποχή της Ισπανικής κατάκτησης. Η καλλιέργειά του συνεχίστηκε από τους Πορτογάλους και Ισπανούς αποικιοκράτες.

Η κασάβα ήταν βασικό είδος διατροφής για τους προ-Κολομβιανούς λαούς στην Αμερική και συχνά απεικονίζεται στην τέχνη των ιθαγενών. Ο λαός των Μότσε συχνά απεικόνιζε γιούκα στα κεραμικά του.[16]

Η μαζική παραγωγή ψωμιού κασάβα, έγινε η πρώτη Κουβανική βιομηχανία που δημιουργήθηκε από τούς Ισπανούς.[1] Πλοία που αναχωρούσαν για την Ευρώπη από τους Κουβανέζικους λιμένες όπως την Αβάνα, Σαντιάγκο, Bayamo και Baracoa, όχι μόνο μετέφεραν προϊόντα προς την Ισπανία, οι Ισπανοί, χρειαζόντουσαν να αναπληρώσουν επίσης, τα πλοία τους με αποξηραμένο κρέας, νερό, φρούτα και μεγάλες ποσότητες ψωμιού κασάβα. [2] Ο καιρός στην Κούβα δεν ήταν κατάλληλος για την φύτευση σιταριού και η ταπιόκα δεν θα γινόταν τόσο σύντομα μπαγιάτικη, όπως το κανονικό ψωμί.

Η κασάβα εισήχθη από τη Βραζιλία στην Αφρική, τον 16ο αιώνα, από τους Πορτογάλους εμπόρους. Ο αραβοσίτος και η μανιόκα είναι τώρα σημαντικά βασικά τρόφιμα, αντικαθιστώντας γηγενείς καλλιέργειες της Αφρικής.[17] Η κασάβα μερικές φορές περιγράφεται ως το 'ψωμί από τους τροπικούς',[18] αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με το τροπικό και ισημερινό αρτόδεντρο (Encephalartos), τον αρτόκαρπο (Artocarpus altilis) ή τον Αφρικανικό αρτόκαρπο (Treculia africana).

Οικονομική σημασία και παραγωγή

Κάθετη τομή σε κασάβα.

Η παγκόσμια παραγωγή της ρίζας κασάβα εκτιμάται ότι το 2002, είναι 184 εκατομμύρια τόνοι, αυξανόμενη σε 230 εκατομμύρια τόνους το 2008.[19] Η πλειονότητα της παραγωγής το 2002 ήταν στην Αφρική, όπου καλλιεργήθηκαν 99,1 εκατομμύρια τόνοι· 51,5 εκατομμύρια τόνοι καλλιεργήθηκαν στην Ασία· και 33,2 εκατομμύρια τόνοι στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, ειδικότερα την Τζαμάικα. Η Νιγηρία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο της κασάβα. Ωστόσο, με βάση τα στατιστικά στοιχεία από τον FAO των Ηνωμένων Εθνών, η Ταϊλάνδη είναι η μεγαλύτερη χώρα εξαγωγής αποξηραμένης μανιόκα, με συνολικά το 77% της παγκόσμιας εξαγωγής το 2005. Η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα εξαγωγής, είναι το Βιετνάμ, με 13,6%, ακολουθούμενη από την Ινδονησία (5,8%) και την Κόστα Ρίκα (2,1%).

Το 2010, η μέση απόδοση των καλλιεργειών μανιόκα σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν 12,5 τόνους ανά εκτάριο. Παγκοσμίως, τα πιο παραγωγικά κτήματα μανιόκα ήταν στην Ινδία, όπου το 2010, είχαν εθνικό μέσο όρο απόδοσης, 34,8 τόνους ανά εκτάριο.[20]

Φυτεία κασάβα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Οι μανιόκα, τα γιαμ (yam) (Dioscorea spp.) και οι γλυκοπατάτες (Ipomoea batatas),[Σημ. 1] είναι σημαντικές πηγές τροφίμων στις τροπικές περιοχές. Το φυτό κασάβα δίνει την τρίτη υψηλότερη απόδοση σε υδατάνθρακες ανά καλλιεργούμενη έκταση μεταξύ των καλλιεργούμενων φυτών, μετά το ζαχαροκάλαμο και τα ζαχαρότευτλα. [21] Η κασάβα παίζει στις αναπτυσσόμενες χώρες, έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον τομέα της γεωργίας, ιδίως στην υποσαχάρια Αφρική, επειδή ευδοκιμεί σε φτωχά εδάφη, με χαμηλή βροχόπτωση και επειδή είναι πολυετές(perennial)[Σημ. 2] που μπορεί να συγκομισθεί, όπως απαιτείται. Η μεγάλη περίοδος συγκομιδής της, της επιτρέπει να ενεργήσει ως αποθεματικό κατά του λιμού και είναι ανεκτίμητη στη διαχείριση των εργασιακών χρονοδιαγραμμάτων. Προσφέρει ευελιξία στους φτωχούς σε πόρους αγρότες, γιατί χρησιμεύει είτε ως προϊόν διαβίωσης, είτε ως αποδοτική καλλιέργεια.[22]

Καμία ήπειρος δεν εξαρτάται τόσο από τις ριζωματώδεις και κονδυλώδεις καλλιέργειες στη διατροφή του πληθυσμού της, όσο η Αφρική. Στις υγρές και υπόυγρες (subhumid)περιοχές της τροπικής Αφρικής, είναι είτε μια αρχική βασική τροφή είτε μια δευτερεύουσα βασική τροφή (costaple). Στην Γκάνα, για παράδειγμα, οι μανιόκα και τα γιαμ (yam), κατέχουν σημαντική θέση στην αγροτική οικονομία και συνεισφέρουν περίπου το 46% του γεωργικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Στην Γκάνα, οι συγκεντρώσεις ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης κασάβα, ανέρχονται στο 30% και καλλιεργείται σχεδόν από κάθε αγροτική οικογένεια.[Σημ. 3]

Στην Ταμίλ Ναντού, Ινδία, υπάρχουν πολλά εργοστάσια επεξεργασίας μανιόκα, κατά μήκος της Εθνικής Οδού 68 μεταξύ Thalaivasal και Attur. Η κασάβα καλλιεργείται ευρέως και τρώγεται ως βασικό τρόφιμο στην Άντρα Πραντές και στην Κεράλα. Στο Ασσάμ είναι μια σημαντική πηγή υδατανθράκων, ειδικά για τους ιθαγενείς των ημιορεινών περιοχών.

Στην υποτροπική περιοχή της νότιας Κίνας, η μανιόκα είναι η πέμπτη μεγαλύτερη καλλιέργεια σε επίπεδο παραγωγής, μετά από το ρύζι, την πατάτα, το ζαχαροκάλαμο και τον αραβόσιτο. Η Κίνα είναι επίσης και η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για τη μανιόκα που παράγεται στο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Πάνω από το 60% της παραγωγής μανιόκα στην Κίνα, ευρίσκεται συγκεντρωμένη σε μια ενιαία επαρχία την Κουανγκσί, κατά μέσο όρο πάνω από 7 εκατομμύρια τόνους ετησίως.

Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα από τη Διεθνή Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας, οι 20 κυριότερες χώρες παραγωγής κασάβα κατά το 2012, ήσαν οι παρακάτω:

Γραμμικό σχέδιο του φυτού μανιόκα.

Χώρες παραγωγής κασάβα κατά το 2005.

Κατάταξη Χώρα Παραγωγή Κασάβα

MT

1 Νιγηρία 54 000 000
2 Ινδονησία 24 177 372
3 Ταϊλάνδη 29 848 000
4 Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό 16 000 000
5 Γκάνα 14 547 279
6 Βραζιλία 23 044 557
7 Αγκόλα 10 636 400
8 Μοζαμβίκη 10 051 364
9 Βιετνάμ 9 745 545
10 Ινδία 8 746 500
11 Καμπότζη 7 613 697
12 Τανζανία 5 462 454
13 Ουγκάντα 4 924 560
14 Μαλάουι 4 692 202
15 Κίνα 4 560 000
16 Καμερούν 4 287 177
17 Σιέρα Λεόνε 3 520 000
18 Μαδαγασκάρη 3 621 309
19 Μπενίν 3 295 785
20 Ρουάντα 2 716 421

Χρήσεις

Related Products